Για προηγούμενα ...ΑΝΟΜΗΜΑΤΑ, κάνετε κλικ εδώ.

Ρεμπέτες παρόντες στο 1940 και την κατοχή


Οι ρεμπέτες «παρόντες» στο έπος του ’40, αλλά και στην κατοχή
Μέχρι πριν μερικά χρόνια, τα μόνα επετειακά τραγούδια που ακούγονταν τις μέρες του ΟΧΙ, ήταν αυτά των δημιουργών του ελαφρού τραγουδιού και
της επιθεώρησης, όπως π.χ. Κορόιδο Μουσολίνι, Βάζει ο Ντούτσε τη στολή του, Παιδιά της Ελλάδος παιδιά κ.ά., ερμηνευμένα κυρίως από τη Σοφία Βέμπο, την αποκληθείσα και «τραγουδίστρια της νίκης», αργότερα δε ασμένως παρούσα στη χούντα και μάλιστα με εθνικήν ενδυμασίαν! Δε θα κατηγορήσω τους ...τρέχοντες μουσικούς παραγωγούς για εμπάθεια ή πονηριά (αν και «παίζει» κι αυτό το ...σενάριο, αναλόγως του σταθμού). Θα μιλήσω περισσότερο, για ασχετοσύνη, όπως και για έλλειψη αισθητικής. Εδώ και πάνω από 20 χρόνια προσπαθώ κάθε χρόνο τόσο με ραδιοφωνικές, όσο και τηλεοπτικές εκπομπές, αλλά και με κείμενα εδώ κι εκεί, όπου μπορώ, να φέρω αυτά τα τραγούδια στην επιφάνεια, για όσους δεν τα ξέρουν κι ούτε καν έχουν ακούσει ότι και οι ρεμπέτες δημιουργοί με τα τραγούδια τους, ήταν «παρόντες» στο έπος του ’40. Ότι κι αυτοί έγραψαν τραγούδια για το ΟΧΙ, μόνο που αυτοί (οι ...αγράμματοι, περιθωριακοί και ...χασικλήδες), δεν είχαν τις διασυνδέσεις που είχαν οι άλλοι οι ...καθωσπρέπει. Ούτε ραδιόφωνα, θέατρα και ακριβά «κέντρα» διέθεταν. Έτσι τα τραγούδια τους δεν έγιναν γνωστά όπως των άλλων. Ο καιρός όμως έχει και γυρίσματα...
Να πούμε, λοιπόν σήμερα, δυο κουβέντες γι’ αυτή την «παρουσία» των ρεμπετών στην περίοδο του αγώνα του 1940, αλλά και της κατοχής. Να παίξουμε και μερικά από αυτά τα τραγούδια τους.
Από τη μελέτη των σχετικών «επετειακών», για την περίπτωση, ρεμπέτικων τραγουδιών, προκύπτουν τα εξής σημαντικά:
α. Το 70%, περίπου, των ρεμπέτικων για τον Ελληνοϊταλικό πόλεμο είναι εμψυχωτικά – πατριωτικά και μόνο το 30%, περίπου, είναι σατιρικά. Στα αντίστοιχα ελαφρά συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο, δηλαδή τα περισσότερα είναι σατιρικά και πολύ λίγα είναι τα εμψυχωτικά. Και βέβαια η σάτιρα ήταν σίγουρα προσφορότερη, αφού ο παχύδερμος θρασύτατος εισβολέας με τη σχιζοφρενική ματιά και τις γελοίες κινήσεις, ήταν εύκολος στόχος για τους στιχουργούς, πέραν τού ότι σε δύσκολες στιγμές το χιούμορ είναι ένα καλό ...μαλακτικό.
Εξαιρετικά πατριωτικά ρεμπέτικα, είναι: Ψηλά στης Πίνδου τα βουνά (Δ. Γκόγκου, 1940), Στης Αλβανίας τα βουνά (Α. Χατζηχρήστου, 1940), Γεια σας φανταράκια μας (Μ. Βαμβακάρη, 1940), Μη σε φοβίζει ο πόλεμος (Π. Τούντα, 1941), Τον πόλεμο μάς κήρυξες (Κ. Κοσμαδόπουλου, 1941), Θα πάρω το ντουφέκι μου (Σ. Κερομύτη, 1941), κ.ά.
β. Το ποσοστό των καινούριων, ρεμπέτικων, τραγουδιών που γράφτηκαν αμέσως με την κήρυξη του πολέμου, είναι πολύ μεγαλύτερο από το αντίστοιχο των καινούριων ελαφρών. Πάντως κανόνας τότε ήταν να μπαίνουν επίκαιρα στιχάκια στις μελωδίες παλιότερων μεγάλων επιτυχιών, κάτι που ακολούθησαν και οι ρεμπέτες δημιουργοί, όχι όμως στον βαθμό των «ελαφρών».
γ. Σε μερικές περιπτώσεις, κάποια τέτοια ρεμπέτικα, λένε εντυπωσιακά πράγματα, όπως για παράδειγμα το Μουσολίνι άλλαξε γνώμη (Μάρκου Βαμβακάρη – Γ. Φωτίδα, 1940), στα στιχάκια τού οποίου γίνεται σαφέστατος διαχωρισμός της φασιστικής ηγεσίας της Ιταλίας από το λαό της, ο οποίος υπέφερε τα πάνδεινα. Συγκεκριμένα ακούμε:
«...Την ετάραξες (σ.σ. την Ιταλία) στην πείνα κι είναι πια ξελιγωμένη, μοναχά η δική σου τσέπη είναι παραφουσκωμένη.
Τα καημένα τα παιδιά της δεν τολμούν να πουν κουβέντα,
τούς εράψατε το στόμα συ ο Τζιάνος και η Έλντα».
Αλλά και στην μετέπειτα σκληρή γερμανική κατοχή (την ...πρώτη κατοχή, για να εξηγούμαστε), πάλι οι ρεμπέτες δημιουργοί, είπαν «παρών» με τα τραγούδια τους. Όχι πολλοί φυσικά, γιατί η αλήθεια είναι ότι δεν τολμούσε τότε κανείς να γράψει οτιδήποτε ενάντια στον φασίστα «κάτοχο», αφού αυτό θα σήμαινε μεγάλους μπελάδες, βασανιστήρια ή και θάνατο. Πάντως κανένας συνθέτης του ελαφρού τραγουδιού δεν έγραψε ούτε ένα τραγούδι για κάτι από αυτά που είχαν βρει τον τόπο μας. Αντίθετα, μάλιστα, κάποιοι διασκέδαζαν τους ατσαλάκωτους γκριζοπράσινους «κατόχους» μας, όταν αυτοί επισκέπτονταν τα ακριβά κέντρα στα οποία έπαιζαν. Και την ίδια στιγμή ο Μάρκος Βαμβακάρης, ο Απόστολος Χατζηχρήστος, ο Γιάννης Παπαϊωάννου..., έπαιζαν σε ταβερνάκια για «τη φασολάδα της μέρας» όπως έγραψε ο τελευταίος στη βιογραφία του.
Έτσι, λοιπόν, γράφτηκαν και τραγουδήθηκαν στη ζούλα εξαιρετικά τραγούδια που ακούγονται μέχρι και σήμερα. Πασίγνωστο, είναι οι Σαλταδόροι, το οποίο αρχικά ξεκίνησε από το αδέσποτο στιχάκι «...Θα σαλτάρω, θα σαλτάρω τη ρεζέρβα να τούς πάρω...», για να γίνει μετά τραγούδι από τον Μιχάλη Γενίτσαρη, ο οποίος την ίδια περίοδο έγραψε και μερικά άλλα: Οι μαυραγορίτες, Επιδρομή στον Πειραιά, Οι λαδάδες, Στέλιος Καρδάρας κ.ά., μάλιστα το τελευταίο για το εικοσιδυάχρονο παλικάρι και αγωνιστή της αντίστασης, αλλά και έναν άπιαστο σαμποτέρ, που το πρόδωσαν έλληνες γερμανοτσολιάδες και οι Γερμανοί πρώτα το βασάνισαν άγρια και μετά το σκότωσαν. Ο Μάρκος Βαμβακάρης έγραψε Το Χαϊδάρι (για ένα δεκαεπτάχρονο που τον μετέφεραν στο Χαϊδάρι για εκτέλεση) και τα Ματσάκια πεντοχίλιαρα (για το πληθωριστικό χρήμα). Ο Μπαγιαντέρας έγραψε Του Κυριάκου το γαϊδούρι, για ένα σπαρταριστό περιστατικό, όταν μια νύχτα μέσα στην πείνα σφάχτηκε κατά λάθος -λάθος;- ένα γαϊδούρι, αντί για μοσχάρι! Τα τραγούδια αυτά κυκλοφόρησαν από το 1946, όταν ξανάνοιξε το εργοστάσιο παραγωγής δίσκων, το οποίο είχαν κλείσει οι Γερμανοί.
                                                           Οκτώβριος 2014, Πάνος Σαββόπουλος
(Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Ελευθεροτυπία» και στο περιοδικό «24grammata.com”)