Για προηγούμενα ...ΑΝΟΜΗΜΑΤΑ, κάνετε κλικ εδώ.

Βιβλίο: Περί της λέξεως "ρεμπέτικο"

Βιβλίο:

Περί της λέξεως "ρεμπέτικο" το ανάγνωσμα... και άλλα

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ
Περί της λέξεως «ρεμπέτικο» το ανάγνωσμα… και άλλα
Ένα βιβλίο με οχτώ κείμενα για το ρεμπέτικο τραγούδι ειδικότερα και την ελληνική μουσική γενικότερα. Το σημαντικότερο και μεγαλύτερο σε έκταση κείμενο είναι το Περί της λέξεως «ρεμπέτικο» το ανάγνωσμα…, το οποίο έδωσε και τον τίτλο στο βιβλίο. Είναι πρωτότυπο στο περιεχόμενο και πραγματεύεται την καταγωγή, τη χρησιμοποίηση, τη διάδοση, αλλά και την κατάχρηση, εκμετάλλευση, παραποίηση και κακοποίηση της λέξης «ρεμπέτικο».
Τα υπόλοιπα κείμενα είναι:
Μάρκος Βαμβακάρης, ευτυχώς που ήταν «αγράμματος». Αναφέρεται στη θετική πλευρά της έλλειψης ακαδημαϊκής παιδείας στον Μάρκο Βαμβακάρη, κάτι το οποίο τον βοήθησε να διατηρήσει ανόθευτο τον παραδοσιακό πλούτο που «κληρονόμησε» και έτσι να τον χρησιμοποιήσει σα «σπόρο» στο σημαντικότατο και διαχρονικό έργο του.
Μάρκος Βαμβακάρης, ένας «ρεπόρτερ». Στο κείμενο αυτό αναδεικνύεται η περιγραφική ικανότητα του Μάρκου Βαμβακάρη στα τραγούδια του, είτε αυτά αναφέρονται στην «εξουσία», είτε σε σημαντικά γεγονότα που έζησε, είτε στον έρωτα, κ.λ.π., κάτι που τον καθιστά έναν αναμφισβήτητο ρεπόρτερ της εποχής του.
Οι αδικημένες ρεμπέτισσες του ’30. Εδώ γίνεται μία προσπάθεια αφ’ ενός μεν να αναδειχθεί ο χαρακτήρας και η προσωπικότητα των ελεύθερων λαϊκών γυναικών της δεκαετίας του ’30, αφ’ ετέρου δε να αποκατασταθούν ηθικά και κοινωνικά. Το τελευταίο είναι πολύ σοβαρό αφού, ενώ πρόκειται για τις πιο ελεύθερες γυναίκες της νεότερης Ελλάδας (μάλιστα χωρίς ψηφίσματα, νομοθεσίες, πλακάτ κ.λ.π.), ο προχωρημένος τρόπος της ζωής τους έκανε κάποιους συντηρητικούς να τις μπερδεύουν με τις πόρνες και να τις αδικούν κατάφωρα…
Φυλακές και «ουσίες». Ή «Μέσα στου Συγγρού τη φυλακή, βρίσκεις λουλά και τουμπεκί…», με άλλα λόγια, το «ενδοξότατο» παρελθόν των «ουσιών» στις ελληνικές φυλακές, μέσα από τα παλιά ρεμπέτικα, (το οποίο, παρελθόν, συνεχίζεται και στις μέρες μας, ως παρόν!).
Η γλώσσα των ρεμπέτικων. Ένα κείμενο για τα χαρακτηριστικά της γλώσσας των ρεμπέτικων τραγουδιών, εν ταυτώ και της μαγκιάς, της δεκαετίας του ‘30. Αφορμή για το κείμενο ήταν μια διάλεξή μου σ’ ένα μεγάλο συνέδριο γλωσσολογίας στη Θεσσαλονίκη, τον Απρίλιο του 2006. Το κείμενο σχολιάζει στο τέλος, ο γνωστός καθηγητής Χρίστος Τσολάκης, πρόεδρος του συνεδρίου.
Τα αιώνια μακάμια. Ένα κείμενο με πολλές αναγνώσεις, αφού βασίζεται και σε προσωπικές εμπειρίες στην πορεία της ζωής μου, με «οδηγό» και «όχημα» πάντα, τα «μακάμια», δηλαδή τους «τρόπους», «ήχους», «δρόμους» της ελληνικής μουσικής.
Δέξε με κωμάσδοντα, δέξε λίσσομαί σε… Ένα διαφορετικό από τα προηγούμενα κείμενο, στο οποίο προβάλλεται ιδιαίτερα η περιγραφή του δίδυμου «έρωτας και θάνατος» (ή αν θέλετε το δίδυμο «αγάπη και μοναξιά»), μέσα από μια «αλυσίδα» ελληνικών τραγουδιών δια μέσου των αιώνων. Στις «παρόδους» του κειμένου, και πάντα με αφορμή τα τραγούδια, σχολιάζονται πολλά απ΄ αυτά που κάνουν «τζιζ» στην κοινωνία μας…
Το βιβλίο συνοδεύεται από ένα CD με 21 καθαρότατα τραγούδια από αυθεντικούς δίσκους γραμμοφώνου (από το 1910 ως το 1932), τα οποία χαρακτηρίστηκαν σαν «ρεμπέτικα» στις ετικέτες των δίσκων τους και τα οποία κατά τα άλλα δεν έχουν καμία απολύτως σχέση με αυτό που λέμε ρεμπέτικο. Είναι όμως πανέμορφα και απολαυστικά!
Τέλος το βιβλίο «στολίζεται» και με 59 φωτογραφίες, που έχουν άμεση σχέση με τα κείμενα, οι περισσότερες μάλιστα δημοσιεύονταν για πρώτη φορά.   
 

ΕΠΙΛΕΚΤΙΚΑ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ

Από το κείμενο Περί της λέξεως «ρεμπέτικο» το ανάγνωσμα…
1. Στο κείμενο «Ο Στρατηγός Μακρυγιάννης» του Γ. Θεοτοκά το 1941 στη ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ (τόμος 30, σελ. 717), συναντάμε τη λέξη «ρεμπέτης». Γράφει λοιπόν, για τον Μακρυγιάννη, ο Θεοτοκάς: «…Είναι λαϊκός σαν κάποιους ρεμπέτηδες καπεταναίους βασιλιάδες των ιστορικών δραμάτων του Σαιξπήρου…». Λέτε να συνδύασε ο Θεοτοκάς και το ότι ο Μακρυγιάννης έπαιζε…μπουζουκάκι; Γιατί τι άλλο ήταν το όργανο του στρατηγού που ονομάζουν «ταμπουρά», όνομα που βγαίνει από το αρχαίο «πανδούρα» ή «πανδουρίς», που οι αρχαίοι ονόμαζαν και «τρίχορδον» και που οι περιγραφές του ταυτίζονται με του μπουζουκιού; Βεβαίως και ήταν μπουζούκι (βλ. εικόνα 12, στο κείμενο «Τα αιώνια μακάμια»).

2. Στο «Χειρόγραφο» Σεπτ. ‘41 του Γιώργου Σεφέρη (εκδ. Ίκαρος, 1972 σελ. 19), διαβάζουμε: «…Το να δολοφονήσει ένας φανατικός τον πολιτικό του αντίπαλο ήτανε πράγμα ανθρώπινο. Αλλ’ εκείνο που ένιωθα σαν προσωπικό εξευτελισμό ήταν που η ίδια η Κυβέρνηση παρουσιαζότανε τώρα συνεργός της δολοφονίας σαν ένας κοινός ρεμπέτης…». (Μιλάει με αφορμή τη δεύτερη απόπειρα εναντίον του Ε. Βενιζέλου. Και όχι, δε θα σχολιάσω αυτές τις απόψεις του Σεφέρη για τους ρεμπέτες, που ούτε καν τους ήξερε -αυτός ο αστός -, αλλά όπου κι αν πήγαινε η Ελλάδα τον πλήγωνε και τον…πλήρωνε)….


Από το κείμενο Μάρκος βαμβακάρης , ευτυχώς που ήταν «αγράμματος».

Μετά απ’ αυτά αναρωτιέμαι: Αν ο Μάρκος Βαμβακάρης δεν ήταν «αγράμματος» αλλά είχε αποφοιτήσει από πανεπιστήμιο, ωδείο, ενδεχομένως και με μεταπτυχιακάς σπουδάς εις την αλλοδαπήν, τι θα έγραφε; Θα έγραφε προφανώς ότι έγραψαν οι εγγράμματοι «συνάδελφοί» του (με εισαγωγικά παρακαλώ η λέξη «συνάδελφοι»). Και τι θα είχε μείνει, στην περίπτωση αυτή, ζωντανό από τον Μάρκο; Μα ότι έχει μείνει ζωντανό (τονίζω το ζωντανό, μόνο και μόνο για να μη γίνω κακός!) από τους εγγράμματους. Δηλαδή απολύτως τίποτα και να μην ντρεπόμαστε να το ομολογήσουμε. Δεν έχασε η Βενετιά βελόνι...
Επομένως, ευτυχώς που ο Μάρκος Βαμβακάρης ήταν «αγράμματος». Αφήνω πιά ότι αν… μελετούσε μπορεί να γινόταν καμιά δικτατορία και να μην το έπαιρνε χαμπάρι!…

Από το κείμενο Μάρκος Βαμβακάρης, ένας «ρεπόρτερ».
(σχόλιο για το τραγούδι του Μάρκου Η Πλημμύρα – 1934)
Αριστουργηματικό «ρεπορτάζ» για την καταστροφική πλημμύρα του 1934, με το οποίο ο Μάρκος «χτυπάει» στα ίσα τα αντίστοιχα σημερινά τηλεοπτικά ρεπορτάζ, σε ανάλογα περιστατικά. Και εννοώ αυτά με τις χαζές συνεντεύξεις με πληγέντες, τις μόνιμα πληκτικές εικόνες με τα επιπλέοντα αντικείμενα, κυρίως πλαστικά και σκουπίδια, αφήνω πια τις σαν φωτοτυπία «διαχρονικές» δηλώσεις των εκάστοτε «αρμοδίων» για ξαφνικά «ακραία καιρικά φαινόμενα», καθώς και τις υποσχέσεις τους, όπως επίσης και την πάγια, εκ περιτροπής, επίδειξη «ειδικής» ευαισθησίας και υποσχεσιολογίας, της εκάστοτε αντιπολίτευσης. Για μία ακόμα φορά, ο Μάρκος, είναι λιτός, ουσιαστικός και οι εικόνες του πολύ ζωντανές και πειστικές. Το γερό «χαστούκι» πάντως το ρίχνει όταν αναφέρει τα μέρη που επλήγησαν από την πλημμύρα, τα οποία, Ω! του θαύματος, πλήττονται ακόμα και σήμερα…

Από το κείμενο Οι αδικημένες ρεμπέτισσες του ’30.

Η γυναίκα έχει κυρίαρχη θέση στα ρεμπέτικα τραγούδια. Τα περισσότερα μιλάνε για την ομορφιά της, για τη χάρη της στο χορό, για τα νάζια της, για τα κόλπα της, για τις φωτιές που ανάβει κ.λ.π. Υπάρχουν όμως και ρεμπέτικα που περιγράφουν μιάν εντελώς διαφορετική γυναίκα, δηλαδή την ελεύθερη γυναίκα της δεκαετίας του ’30 που δε θα τη βρείτε σε κανέναν άλλον χώρο εκτός από τον ρεμπέτικο. Τα τραγούδια αυτά είναι άγνωστα στο ευρύ κοινό, αλλά υπάρχουν και αποτελούν «αποδείξεις». Το σημείωμα ετούτο, μια πρώτη προσέγγιση του θέματος, είναι κάτι σαν ελάχιστη προσπάθεια αποκατάστασής τους αφού είχαν ακούσει τα μύρια όσα από τους καθωσπρέπει «βρομιάρηδες»…

Από το κείμενο Φυλακές και ουσίες.

ΦΥΛΑΚΕΣ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΟΥ, αυτές που έχτισε ο εθνικός μας «ευεργέτης» ο Ανδρέας Συγγρός, προς σωφρονισμόν, όπως είχε πει, των ελλήνων. Συγκεκριμένα πάνω από την είσοδο της φυλακής του έγραφε: «ΠΡΟΣΗΚΕΙ ΠΑΝΤΙ ΤΩ ΕΝ ΤΙΜΩΡΙΑ ΟΝΤΙ ΒΕΛΤΙΟΝΙ ΓΙΓΝΕΣΘΑΙ», δηλαδή «Πρέπει κάθε τιμωρημένος να γίνεται καλύτερος». Δεν μπορεί να βεβαιωθεί αν πράγματι επιτυγχάνονταν ο μεγαλόπνοος αυτός στόχος του «ευεργέτου», το σίγουρο πάντως είναι ότι όποιος τιμωρημένος εφιλοξενείτο στο ευαγές ίδρυμά του (στο οποίο έμπαιναν αβέρτα-κουβέρτα όχι μόνο τα καλύτερα «καύσιμα», αλλά και όλα τα απαραίτητα εργαλεία χρήσεώς τους), γίνονταν σίγουρα ένας καλύτερος χασικλής. Τρία, τουλάχιστον, τραγούδια βεβαιώνουν για τις δραστηριότητες εκεί μέσα…



Από το κείμενο Η γλώσσα των ρεμπέτικων.


Τον Απρίλιο του 2006 διοργανώθηκε στη Θεσσαλονίκη, στην αίθουσα τελετών του ΑΠΘ, ένα τριήμερο συνέδριο γλωσσολογίας, με πρόεδρο και «ψυχή» τον Χρίστο Τσολάκη, Καθηγητή, με κεφαλαίο το Κάπα. Το συνέδριο ήταν αφιερωμένο στα 50 χρόνια από τον θάνατο του Αλέξανδρου Δελμούζου, Δάσκαλου, με κεφαλαίο, και γι αυτόν, το Δέλτα. Είχα την τιμή να είμαι προσκεκλημένος εισηγητής και το θέμα μου ήταν «Η γλώσσα των ρεμπέτικων τραγουδιών». Θεώρησα την πρόσκληση αυτή κάτι σαν πρόκληση, γιατί ο τιμώμενος Δελμούζος είχε διωχτεί στη ζωή του με δίκες άδικες, επειδή δίδασκε στο σχολείο τη δημοτική γλώσσα, αλλά και τους αρχαίους συγγραφείς από μετάφραση. Τον δίωξαν κάποιοι «στερημένοι» και δυστυχείς, φτυστά «αδέρφια» αυτών που δίωκαν μερικά χρόνια αργότερα τους ρεμπέτες, τα τραγούδια τους και τα μπουζούκια τους. Σήμερα έχουν πλήρως δικαιωθεί και τιμηθεί, τόσο ο «επικίνδυνος» Δάσκαλος όσο και οι «επικίνδυνοι» ρεμπέτες. Έτσι τα μεν σχολεία, επισήμως, κάνουν ακριβώς ότι έκανε ο Δελμούζος, τα δε ρεμπέτικα και τα μπουζούκια αποτελούν εθνικά μας «σύμβολα», με 100 μπουζούκια (!) στην τελετή έναρξης της Ολυμπιάδας, (στερημένοι και αχόρταγοι έλληνες…)…


Από το κείμενο Τα αιώνια μακάμια.


Ο αρχαίος «τρόπος», ο βυζαντινός «ήχος», ο παραδοσιακός «δρόμος» και το ανατολίτικο «μακάμ» είναι οι αδελφές μουσικές «κλίμακες» της Ανατολής, με το ίδιο νόημα, την ίδια πίστη και τον ίδιο συμβολισμό για τη σημασία του ύφους και κυρίως του ήθους στη μουσική σύνθεση και ερμηνεία, στοιχεία που απουσιάζουν παντελώς από τη Δυτική μουσική. Και απουσιάζουν, κυρίως, γιατί εκεί η μουσική μονάδα (τόνος) χωρίζεται μόνο σε δύο ίσα μέρη (ημιτόνια). Στην Ανατολίτικη όμως μουσική, η μονάδα χωρίζεται σε περισσότερα, και όχι απαραίτητα ίσα μεταξύ τους, μέρη. Τα μέρη αυτά μάλιστα μπορούν να αποτελούν καινούριες «μονάδες». Άρα, στην Ανατολίτικη μουσική, η μονάδα τελικά δεν χωρίζεται, με ότι συνέπειες μπορεί να έχει αυτό γενικότερα…


Από το κείμενο Δέξε με κωμάσδοντα, δέξε λίσσομαί σε


Καλοκαίρι του 1974. Στην Ελλάδα ακόμα η Χούντα (ότι που ξεψυχούσε) και στη Στοκχόλμη, στο «Gröna Lund», ο Μίκης. Διηύθυνε με τα χέρια σηκωμένα στον ουρανό, σαν ιεροφάντης στην Ελευσίνα. Διηύθυνε την ορχήστρα αλλά και τον κόσμο που τραγουδούσε «…είμαστε δυό ,είμαστε τρείς , είμαστε χίλιοι δεκατρείς…». Δεν μπορώ καθόλου να βεβαιώσω τον ακριβή αριθμό των «παρόντων». Πάντως δεκατέσσερα χρόνια αργότερα, το τραγούδι βρήκε την πραγματική του διάσταση και καταξίωση με άλλο όμως σκηνικό. Αλεξάνδρειο Μέγαρο στη Θεσσαλονίκη όπου έπαιζε μπάσκετ για την ευρωλίγκα, ο «Άρης» με την «Παρτιζάν». Την «Παρτιζάν» Βελιγραδίου, με Ντίβατς, Πάσπαλιε, Γκρμπόβιτς κι όλα τ’ άλλα τα καλά παιδιά. Σε μια στιγμή, μετά από μαγική πάσα μέσα από τρύπα «βελονιού», του περικυκλωμένου από τέσσερις σέρβους Γκάλη, ο Γιαννάκης μόνος του και ξεμαρκάριστος με τα χέρια σηκωμένα στον ουρανό, σαν ιεροφάντης κι αυτός ή σαν τον Μίκη, πέτυχε καθοριστικό τρίποντο για την έκβαση του αγώνα, και στη συνέχεια με τα χέρια πάντα ψηλά διηύθυνε το πλήθος που τραγουδούσε το ίδιο με πριν τραγούδι αλλά με διαφορετικά, λόγω περίστασης, λόγια: «…Άρη ολέ, Άρη ολέ , Άρη ολέ ,ολέ, ολέ…». Πάντως το πόσοι ήσαν εκεί στο Αλεξάνδρειο, μπορώ να το βεβαιώσω απολύτως και έχω μάρτυρες τον Χρήστο και τη Βίκυ: Ήταν 6.666 παθιασμένες ψυχές, έξω από τα εκατομμύρια που τραγουδούσαν μαζί, βλέποντας τον αγώνα στην τηλεόραση. Συνέχεια εκδικήσεως ορισμένων ασμάτων όταν αυτά γράφονται κάπως…ευκαιριακώς και ανεξάρτητα βέβαια της υπέροχης, κάποιες φορές, μουσικής τους. (Και για να εξηγούμαστε, το περιστατικό που έπεται είναι αυθεντικό, με αυτόπτες και έχει καταγραφεί). Σ’ ένα σκυλάδικο, λοιπόν, απ’ αυτά της «εθνικής» ονομαζομένης οδού, ένας παλιός αριστερός που…πρόκοψε, μεγαλολεφτάς, κοντός, φαλακρός και κοιλαράς, με μάτια κόκκινα σαν κάρβουνα απ΄ το μεθύσι, χόρευε μπροστά σε μια «ξεβράκωτη» εισαχθείσα γκομενάρα, που μάλιστα σε θέση ημικάθισμα του βάραγε παλαμάκια, μ’ ένα μόνιμο τεράστιο κόκκινο χαμόγελο στο γυαλιστερό της στόμα. Χόρευε το γνωστό νεοπαγές σκυλο-ζεϊμπέκικο των σχετικών (και δυστυχώς όχι μόνο) χώρων και βέβαια ουδόλως τον αυθεντικό ιεροπρεπή χορό της Κυβέλης, των ζεϊμπέκων και της μαγκιάς. Είχε ζητήσει απ’ την ορχήστρα να του παίξουν κάτι απ’ τον Μίκη, για να θυμηθεί τα «παλιά» και κάτι φαπίτσες που ‘χε φάει στη χούντα. Χόρευε και με τον αναπτήρα του έκαιγε τα δεκαχίλιαρα που αστραπιαία έβγαζε απ’ την αριστερή εσωτερική τσέπη του ακριβού σακακιού του, ενώ ταυτόχρονα τραγουδούσε μαζί με τον τραγουδιστή το άσμα του Μίκη που είχε παραγγείλει: «…εμείς θα ζήσουμε κι ας είμαστε φτωχοί…». Τη «Φτώχεια» πάντως του Απόστολου Χατζηχρήστου απ’ το 1946 («…φτώχεια, δεν πέρασε στιγμή χωρίς να με πληγώσεις»), τραγούδι που δε βλέπει τη φτώχεια από μακριά και με πούρο στο στόμα, που δεν την ωραιοποιεί, μήτε λαϊκίζει και αποκοιμίζει, ούτε αυτός αλλά ούτε ο Μίκης την είχαν ακούσει ποτέ. Ανήκει, βλέπετε, στα «βρομερά» ρεμπέτικα κι έτσι την έφαγε η μαρμάγκα, καλέ μου Σπύρο Παπαϊωάννου που εσύ πρώτος είπες πράματα και θάματα και ποτέ κανένας δε σ’ ευχαρίστησε γι αυτό, αντίθετα σε κατάκλεψαν κάποιοι δεκαρολόγοι λιγούρηδες και δημόσια συγνώμη δε ζήτησαν…

Παρουσιάσεις του βιβλίου: Περί της λέξεως "ρεμπέτικο'' το ανάγνωσμα... και άλλα 

Στην εκπομπή "Έχει γούστο", 4-1-2007

Στον "Ιανό", 19-3-2007

Ο Μιχάλης Παπαγιαννάκης, για το ρεμπέτικο ("ΙΑΝΟΣ" 19-3-2007)

Στο θέατρο "Απόλλων", στη Σύρο, στις 27-9-2014



Να και το βιβλιαράκι μου ανάμεσα στα 10 πρώτα, σε πωλήσεις το 2007, στη αλυσίδα ΙΑΝΟΣ...

Κείμενα
Τα κείμενα που ακολουθούν (στα επόμενα υπομενού) έχουν γραφτεί με διάφορες αφορμές και έχουν δημοσιευτεί τυπωμένα ή ηλεκτρονικά.